αἰχμή

αἰχμή
Grammatical information: f.
Meaning: `point of a spear, spear' (Il.). On its use in Homer s. Trümpy Fachausdrücke 52ff.
Dialectal forms: Myc. aikasama \/aiksma\/.
Compounds: αἰχμ-άλωτος `prisoner-of-war' (Pi.)
Derivatives: αἰχμητής `spearman, warrior' (Il.). - Denominativum: αἰχμάζω `throw the spear, arm with a spear' (Il.).
Origin: IE [Indo-European] [15] *h₂eiḱ- `spear'
Etymology: Mycenaean proves *aiksmā. The word was connected with αἶκλοι αἱ γωνίαι τοῦ βέλους H. and with Lith. iẽšmas, OPr. aysmis `spit' (\< -ḱ(s)m-); the original meaning must have been `point'. In Greek further Cypr. ἰκμαμένος `wounded' (Ruijgh El. ach. 136), ἰκτέα ἀκόντιον H.and perhaps ἴκταρ `near'. Uncertain: ἴγδις f. (Sol.), ἴγδη (Hp.) `mortar'.
Page in Frisk: 1,48

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • αἰχμή — point of a spear fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αιχμή — Το μυτερό πρόσθιο άκρο διαφόρων σύγχρονων εργαλείων ή όπλων (όπως το ξίφος και η ξιφολόγχη) καθώς και όπλων του παρελθόντος (όπως το βέλος, το δόρυ κ.ά.). Η α. είναι ένα από τα αρχαιότερα δημιουργήματα του ανθρώπου. Η επινόησή της χάνεται στα… …   Dictionary of Greek

  • αιχμή — η 1. η μύτη, η άκρη κάθε οργάνου που πληγώνει, τρυπά (μαχαιριού, βελόνας, καρφιού κτλ.): Τον είχε πληγώσει η αιχμή του ξίφους. 2. το ανώτατο σημείο, το αποκορύφωμα: Πέσαμε στην αιχμή της κυκλοφορίας. 3. εχθρικός υπαινιγμός: Τα λόγια του ήταν… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αἰχμῇ — αἰχμάζω throw the spear fut ind mid 2nd sg (doric) αἰχμάζω throw the spear fut ind act 3rd sg (doric) αἰχμή point of a spear fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αιχμή — [эхми] ουσ. в. острив …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • αἰχμῆι — αἰχμῇ , αἰχμάζω throw the spear fut ind mid 2nd sg (doric) αἰχμῇ , αἰχμάζω throw the spear fut ind act 3rd sg (doric) αἰχμῇ , αἰχμή point of a spear fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰχμαῖς — αἰχμή point of a spear fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰχμαῖσιν — αἰχμή point of a spear fem dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰχμαί — αἰχμή point of a spear fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰχμῇσι — αἰχμή point of a spear fem dat pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰχμῇσιν — αἰχμή point of a spear fem dat pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.